Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tolérant
01
ανεκτικός, επιεικής
qui supporte les différences ou les erreurs sans se fâcher
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus tolérant
συγκριτικός βαθμός
plus tolérant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tolérant
αρσενικό πληθυντικό
tolérants
θηλυκό ενικό
tolérante
θηλυκό πληθυντικό
tolérantes
Παραδείγματα
Une société tolérante respecte les différences.
Μια ανεκτική κοινωνία σέβεται τις διαφορές.



























