la tolérance
tolérance
tɔleʁɑ̃s
tawleraas

Ορισμός και σημασία του "tolérance"στα γαλλικά

01

ανοχή, αποδοχή

capacité à accepter des idées, comportements ou opinions différents des siens 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tolérances
Παραδείγματα
La tolérance est essentielle pour vivre en société. 

Η ανοχή είναι απαραίτητη για τη ζωή στην κοινωνία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store