Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le toboggan
01
έλκηθρο, σέρνι
engin sans roues sur lequel on glisse, surtout sur la neige ou la glace
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
toboggans
Παραδείγματα
Les enfants descendent la colline en toboggan.
Τα παιδιά κατεβαίνουν τον λόφο με έλκηθρο.
02
τσουλήθρα, τομπογκάν
structure sur laquelle on glisse, surtout dans les parcs et aires de jeux
Παραδείγματα
Les enfants font la queue pour descendre du toboggan.
Τα παιδιά κάνουν ουρά για να κατέβουν από την τσουλήθρα.



























