Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
théâtral
01
qui concerne le théâtre, les pièces ou l'art de la scène
γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό πληθυντικό
théâtraux
θηλυκό ενικό
théâtrale
θηλυκό πληθυντικό
théâtrales
Παραδείγματα
Ils travaillent dans le milieu théâtral parisien.



























