Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La terre battue
01
γήπεδο χώματος, γήπεδο πηλού
surface de terrain de sport, en particulier de tennis, faite de brique pilée ou d'argile compactée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Ils ont passé l' après-midi à entretenir la terre battue du club.
Πέρασαν το απόγευμα συντηρώντας τους χωμάτινους γήπεδους του συλλόγου.



























