Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le terminal
[gender: masculine]
01
τερματικός σταθμός, τελικός σταθμός
bâtiment ou lieu où s'arrêtent ou partent les transports publics comme les bus ou les avions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
terminaux
Παραδείγματα
Le terminal international accueille de nombreux voyageurs chaque jour.
Ο διεθνής τερματικός σταθμός δέχεται πολλούς ταξιδιώτες κάθε μέρα.
terminal
01
τερματικός, τελικός
qui se situe à la dernière étape ou au dernier stade
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
terminal
αρσενικό πληθυντικό
terminaux
θηλυκό ενικό
terminale
θηλυκό πληθυντικό
terminales
Παραδείγματα
Le projet est dans sa phase terminale.
Το έργο βρίσκεται στην τελική του φάση.
Λεξικό Δέντρο
terminal
term



























