Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tempérament
[gender: masculine]
01
ταμπεραμέντο, χαρακτήρας
ensemble des dispositions affectives et des réactions émotionnelles d'une personne
Παραδείγματα
Leur tempérament différent complique leur collaboration.
Το διαφορετικό χαρακτήρα τους περιπλέκει τη συνεργασία τους.
02
ταμπεραμέντο, φυσιογνωμία
tendance naturelle à la colère ou à s'emporter
Παραδείγματα
Ils essaient de contrôler leur tempérament en situation difficile.
Προσπαθούν να ελέγξουν το ταμπεραμέντο τους σε δύσκολες καταστάσεις.



























