le temps partiel
Pronunciation
/tɑ̃ paʀsjɛl/

Ορισμός και σημασία του "temps partiel"στα γαλλικά

Le temps partiel
[gender: masculine]
01

εργασία μερικής απασχόλησης, μερική απασχόληση

travail dont la durée est inférieure à celle d'un emploi à plein temps
le temps partiel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
temps partiels
Παραδείγματα
Le contrat en temps partiel est signé aujourd'hui.
Το συμβόλαιο μερικής απασχόλησης υπογράφεται σήμερα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store