le temps partiel
temps
tan
part
paʁt
part
iel
jɛl
yel

Ορισμός και σημασία του "temps partiel"στα γαλλικά

Le temps partiel
01

εργασία μερικής απασχόλησης, μερική απασχόληση

travail dont la durée est inférieure à celle d'un emploi à plein temps 
le temps partiel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
temps partiels
Παραδείγματα
Elle travaille à temps partiel dans un café. 

Δουλεύει με μερική απασχόληση σε ένα καφέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store