Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le temps partiel
01
εργασία μερικής απασχόλησης, μερική απασχόληση
travail dont la durée est inférieure à celle d'un emploi à plein temps
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
temps partiels
Παραδείγματα
Elle travaille à temps partiel dans un café.
Δουλεύει με μερική απασχόληση σε ένα καφέ.



























