temporaire
temporaire
tɑ̃pɔʁaɛ̯ʁ
taapawraer

Ορισμός και σημασία του "temporaire"στα γαλλικά

temporaire
01

προσωρινός, παροδικός

qui ne dure pas longtemps, qui est limité dans le temps 
temporaire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus temporaire
συγκριτικός βαθμός
plus temporaire
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
temporaire
αρσενικό πληθυντικό
temporaires
θηλυκό ενικό
temporaire
θηλυκό πληθυντικό
temporaires
θεματικό πεδίο
temps, durée, situation
Παραδείγματα
Le bureau est installé dans un local temporaire. 

Το γραφείο είναι εγκατεστημένο σε μια προσωρινή τοποθεσία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store