Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
temporaire
01
προσωρινός, παροδικός
qui ne dure pas longtemps, qui est limité dans le temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus temporaire
συγκριτικός βαθμός
plus temporaire
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
temporaire
αρσενικό πληθυντικό
temporaires
θηλυκό ενικό
temporaire
θηλυκό πληθυντικό
temporaires



























