Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
technique
01
τεχνικός, τεχνική
qui concerne les méthodes, les outils ou les connaissances spécialisées dans un domaine précis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
technique
αρσενικό πληθυντικό
techniques
θηλυκό ενικό
technique
θηλυκό πληθυντικό
techniques
Παραδείγματα
Il a suivi une formation technique pour devenir ingénieur.
Ακολούθησε μια τεχνική κατάρτιση για να γίνει μηχανικός.
La technique
01
τεχνική, δεξιότητα
manière ou habileté particulière pour faire quelque chose, compétence dans un domaine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
techniques
Παραδείγματα
Sa technique en peinture est remarquable.
Η τεχνική του στη ζωγραφική είναι αξιοσημείωτη.



























