technique
Pronunciation
/tɛknik/

Ορισμός και σημασία του "technique"στα γαλλικά

01

τεχνικός, τεχνική

qui concerne les méthodes, les outils ou les connaissances spécialisées dans un domaine précis
technique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
technique
αρσενικό πληθυντικό
techniques
θηλυκό ενικό
technique
θηλυκό πληθυντικό
techniques
Παραδείγματα
Les manuels techniques aident à comprendre le fonctionnement des machines.
Τα τεχνικά εγχειρίδια βοηθούν στην κατανόηση της λειτουργίας των μηχανημάτων.
01

τεχνική, δεξιότητα

manière ou habileté particulière pour faire quelque chose, compétence dans un domaine
la technique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
techniques
Παραδείγματα
Il enseigne la technique de l' écriture créative aux étudiants.
Διδάσκει την τεχνική της δημιουργικής γραφής στους μαθητές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store