la taxe
taxe
taks
τακσ
faxaxethorax

Ορισμός και σημασία του "taxe"στα γαλλικά

01

φόρος, τέλος

somme d'argent imposée par une autorité publique sur les revenus , les biens ou les transactions 
la taxe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
taxes
Παραδείγματα
Le gouvernement a augmenté la taxe sur le tabac. 

Η κυβέρνηση αύξησε τον φόρο στον καπνό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store