Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tarot
[gender: masculine]
01
ταρό, ταρό
un jeu de cartes utilisé pour la divination ou la prédiction de l'avenir
Παραδείγματα
Le tarot peut révéler des aspects cachés de la personnalité.
Το ταρό μπορεί να αποκαλύψει κρυμμένες πτυχές της προσωπικότητας.



























