Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tamis
[gender: masculine]
01
κοσκίνι, σκυτάλη
ustensile en forme de grille ou de maille fine servant à séparer les particules selon leur taille, souvent utilisé en cuisine ou en laboratoire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tamis
Παραδείγματα
On peut utiliser un tamis pour séparer les graines des légumes.
Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ένα κόσκινο για να διαχωρίσετε τους σπόρους από τα λαχανικά.



























