le talon
talon
talɔ̃
talaw
toulontalent

Ορισμός και σημασία του "talon"στα γαλλικά

01

φτέρνα, πτέρνα

la partie arrière du pied, située sous la cheville 
le talon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
talons
Παραδείγματα
J'ai mal au talon après la course. 

Πονάει ο φτέρνα μου μετά το τρέξιμο.

02

τακούνι, τακούνι παπουτσιού

partie arrière et surélevée d'une chaussure, souvent sous le talon du pied 
le talon definition and meaning
Παραδείγματα
Le talon de ses chaussures est usé. 

Η τακούνια των παπουτσιών της είναι φθαρμένα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store