le tabouret
tabouret
tabuʁɛ
taboore

Ορισμός και σημασία του "tabouret"στα γαλλικά

01

σκαμνί, παγκάκι

siège simple sans dossier, souvent avec quatre pieds 
le tabouret definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tabourets
Παραδείγματα
Il s'est assis sur le tabouret près du comptoir. 

Κάθισε στο σκαμνί κοντά στο πάγκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store