Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tabagisme
01
καπνισμός, κατανάλωση καπνού
consommation régulière et excessive de tabac
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le tabagisme est interdit dans les lieux publics.
Το κάπνισμα απαγορεύεται σε δημόσιους χώρους.



























