Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tabac
01
plante dont les feuilles sont séchées puis préparées pour être fumées, mâchées ou prises en poudre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tabacs
Παραδείγματα
Il cultive du tabac dans son champ.
02
τεράστια επιτυχία, μεγάλη επιτυχία
succès très grand et rapide, surtout dans le domaine du spectacle
Παραδείγματα
Son nouveau film a fait un tabac.
Η νέα του ταινία είχε τεράστια επιτυχία.



























