sénile
Pronunciation
/senil/

Ορισμός και σημασία του "sénile"στα γαλλικά

01

γηραιός, σχετικός με τη γήρανση

qui est lié à la vieillesse, surtout chez les personnes âgées
sénile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sénile
αρσενικό πληθυντικό
séniles
θηλυκό ενικό
sénile
θηλυκό πληθυντικό
séniles
Παραδείγματα
Il vit dans une maison adaptée aux personnes séniles.
Ζει σε ένα σπίτι προσαρμοσμένο για γηριακούς ανθρώπους.
02

γηραιός, παλαιός

qui est très âgé et montre des signes de faiblesse ou de déclin physique ou mental
Παραδείγματα
Les signes séniles apparaissent souvent après 80 ans.
Τα γηριατρικά σημάδια εμφανίζονται συχνά μετά τα 80 χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store