Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sénile
01
γηραιός, σχετικός με τη γήρανση
qui est lié à la vieillesse, surtout chez les personnes âgées
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sénile
αρσενικό πληθυντικό
séniles
θηλυκό ενικό
sénile
θηλυκό πληθυντικό
séniles
Παραδείγματα
Il montre des signes séniles depuis plusieurs années.
Δείχνει γηραιές ενδείξεις εδώ και αρκετά χρόνια.
02
γηραιός, παλαιός
qui est très âgé et montre des signes de faiblesse ou de déclin physique ou mental
Παραδείγματα
Il est devenu sénile et oublie souvent les choses.
Έχει γίνει γηριακός και συχνά ξεχνάει πράγματα.



























