le sénat
sé
se
se
nat
na
na
séant

Ορισμός και σημασία του "sénat"στα γαλλικά

01

γερουσία, άνω βουλή

chambre haute du parlement qui participe à la législation et au contrôle du gouvernement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
κύριο
πληθυντικός τύπος
sénats
Παραδείγματα
Le Sénat a approuvé la réforme constitutionnelle. 

Η Γερουσία ενέκρινε τη συνταγματική μεταρρύθμιση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store