Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le séminaire
01
σεμινάριο, εργαστήριο
réunion ou formation en petit groupe pour discuter d'un sujet spécifique, souvent à l'université ou dans le cadre professionnel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
séminaires
Παραδείγματα
Il participe à un séminaire sur la communication.
Συμμετέχει σε ένα σεμινάριο για την επικοινωνία.



























