sécurisé
Pronunciation
/sekyʁizˈe/

Ορισμός και σημασία του "sécurisé"στα γαλλικά

sécurisé
01

protégé contre les risques, les dangers ou les intrusions

sécurisé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sécurisé
συγκριτικός βαθμός
plus sécurisé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sécurisé
αρσενικό πληθυντικό
sécurisés
θηλυκό ενικό
sécurisée
θηλυκό πληθυντικό
sécurisées
Παραδείγματα
Il est important de sécuriser vos comptes en ligne.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store