sécher
Pronunciation
/seʃe/

Ορισμός και σημασία του "sécher"στα γαλλικά

sécher
01

κοπανάω, απουσιάζω

ne pas assister volontairement à quelque chose (cours, réunion)
sécher definition and meaning
Παραδείγματα
Il sèche toujours les entraînements de foot.
Αυτός πάντα κοπανάει τις προπονήσεις ποδοσφαίρου.
02

στεγνώνω

enlever l'eau ou l'humidité de quelque chose
sécher definition and meaning
Παραδείγματα
Nous avons séché les serviettes près du feu.
Στεγνώσαμε τις πετσέτες κοντά στη φωτιά.
03

στεγνώνω τον εαυτό μου, τρίβομαι με πετσέτα

enlever l'eau ou l'humidité de son corps ou de ses vêtements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
sèche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
séchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sécherai
ενεστώτα μετοχή
séchant
παθητική μετοχή
séché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
séchions
Παραδείγματα
Nous nous séchons au soleil après la plage.
Στεγνώνουμε στον ήλιο μετά την παραλία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store