Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La séance
01
συνεδρία, προβολή
un moment précis où l'on présente un film au cinéma
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
séances
Παραδείγματα
La séance du soir commence à 20 heures.
Η προβολή το βράδυ ξεκινά στις 20:00.
02
une réunion où l'on tente de communiquer avec les esprits ou de pratiquer la voyance
Παραδείγματα
Ils ont organisé une séance pour contacter les fantômes.



























