Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La synagogue
01
συναγωγή, εβραϊκός ναός
lieu de culte juif destiné à la prière, à l'étude des textes sacrés et aux rassemblements communautaires
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
synagogues
Παραδείγματα
La synagogue de la rue Pavée est un chef-d'œuvre art nouveau.
Η συναγωγή της οδού Παβέ είναι ένα αριστούργημα του Αρ Νουβό.



























