symptomatique
symptomatique
sɛ̃ptɔmatɪk
septawmatik

Ορισμός και σημασία του "symptomatique"στα γαλλικά

symptomatique
01

συμπτωματικός, συμπτωματική

qui sert de signe ou de manifestation d'une maladie 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
symptomatique
αρσενικό πληθυντικό
symptomatiques
θηλυκό ενικό
symptomatique
θηλυκό πληθυντικό
symptomatiques
Παραδείγματα
La toux est symptomatique d'une infection respiratoire. 

Ο βήχας είναι συμπτωματικός μιας αναπνευστικής λοίμωξης.

02

συμπτωματικός, αποκαλυπτικός

qui révèle ou illustre un problème ou une situation plus profonde 
Παραδείγματα
Son attitude est symptomatique d'un manque de confiance. 

Η στάση του είναι συμπτωματική έλλειψης αυτοπεποίθησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store