Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
symptomatique
01
συμπτωματικός, συμπτωματική
qui sert de signe ou de manifestation d'une maladie
Παραδείγματα
L' inflammation est souvent symptomatique d' une infection.
Η φλεγμονή είναι συχνά συμπτωματική μιας λοίμωξης.
02
συμπτωματικός, αποκαλυπτικός
qui révèle ou illustre un problème ou une situation plus profonde
Παραδείγματα
Son silence est symptomatique de son malaise.
Η σιωπή του είναι συμπτωματική της δυσφορίας του.



























