sympathique
sym
sɛ̃
σε
pa
pa
πα
thique
tɪk
τικ
sympa

Ορισμός και σημασία του "sympathique"στα γαλλικά

sympathique
01

ευχάριστος, συμπαθητικός

qui est agréable et facile à apprécier 
sympathique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sympathique
συγκριτικός βαθμός
plus sympathique
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sympathique
αρσενικό πληθυντικό
sympathiques
θηλυκό ενικό
sympathique
θηλυκό πληθυντικό
sympathiques
θεματικό πεδίο
personnalité, relation, comportement
Παραδείγματα
Ma nouvelle voisine est très sympathique. 

Η νέα μου γείτονας είναι πολύ συμπαθητική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store