la sympathie
sympathie
sɛ̃pati
sepati

Ορισμός και σημασία του "sympathie"στα γαλλικά

01

συμπάθεια, συμπόνια

sentiment d'affection, de compréhension ou de compassion pour quelqu'un 
la sympathie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle a exprimé sa sympathie envers les victimes de l'accident. 

Εξέφρασε τη συμπάθειά της προς τα θύματα του ατυχήματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store