suédois
suédois
sɥedwa
süedva

Ορισμός και σημασία του "suédois"στα γαλλικά

01

σουηδικός, σουηδική

relatif à la culture, à la langue ou aux habitants de la Suède 
suédois definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
suédois
αρσενικό πληθυντικό
suédois
θηλυκό ενικό
suédoise
θηλυκό πληθυντικό
suédoises
θεματικό πεδίο
géographie, culture, identité
Παραδείγματα
Le design suédois est simple et élégant. 
01

Σουηδός, Σουηδέζα

personne originaire de Suède 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
κύριο
πληθυντικός τύπος
Suédois
αρσενικό ενικό
Suédois
θηλυκό ενικό
Suédoise
neutral form
personne suédoise
Παραδείγματα
Un Suédois célèbre a inventé cette technologie. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store