Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surpris
01
έκπληκτος, καταπληγμένος
qui ne s'attendait pas à quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus surpris
συγκριτικός βαθμός
plus surpris
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
surpris
αρσενικό πληθυντικό
surpris
θηλυκό ενικό
surprise
θηλυκό πληθυντικό
surprises
Παραδείγματα
Il était surpris par le cadeau.
Ήταν έκπληκτος από το δώρο.
Λεξικό Δέντρο
surpris
sur
pris



























