surpris
surpris
syʁpʁi
syrpri

Ορισμός και σημασία του "surpris"στα γαλλικά

01

έκπληκτος, καταπληγμένος

qui ne s'attendait pas à quelque chose 
surpris definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus surpris
συγκριτικός βαθμός
plus surpris
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
surpris
αρσενικό πληθυντικό
surpris
θηλυκό ενικό
surprise
θηλυκό πληθυντικό
surprises
Παραδείγματα
Il était surpris par le cadeau. 

Ήταν έκπληκτος από το δώρο.

Λεξικό Δέντρο

surpris

sur

+

pris

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store