surmonter
surmonter
symɔ̃te
symawte

Ορισμός και σημασία του "surmonter"στα γαλλικά

surmonter
01

ξεπεράσει, νικήσει

vaincre une difficulté ou un obstacle 
surmonter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
surmonte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
surmontons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
surmonterai
ενεστώτα μετοχή
surmontant
παθητική μετοχή
surmonté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
surmontions
Παραδείγματα
Elle a surmonté sa peur de parler en public. 

Εκείνη ξεπέρασε τον φόβο της για τη δημόσια ομιλία.

Λεξικό Δέντρο

surmonter

sur

+

monter

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store