surmonter
Pronunciation
/syʀmɔ̃te/

Ορισμός και σημασία του "surmonter"στα γαλλικά

surmonter
01

ξεπεράσει, νικήσει

vaincre une difficulté ou un obstacle
surmonter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
surmonte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
surmontons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
surmonterai
ενεστώτα μετοχή
surmontant
παθητική μετοχή
surmonté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
surmontions
Παραδείγματα
Le héros a surmonté tous les obstacles pour sauver le village.
Ο ήρωας ξεπέρασε όλα τα εμπόδια για να σώσει το χωριό.

Λεξικό Δέντρο

surmonter

sur

+

monter

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store