Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surmonter
01
ξεπεράσει, νικήσει
vaincre une difficulté ou un obstacle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
surmonte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
surmontons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
surmonterai
ενεστώτα μετοχή
surmontant
παθητική μετοχή
surmonté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
surmontions
Παραδείγματα
Le héros a surmonté tous les obstacles pour sauver le village.
Ο ήρωας ξεπέρασε όλα τα εμπόδια για να σώσει το χωριό.
Λεξικό Δέντρο
surmonter
sur
monter



























