le surmenage
sur
syʁ
syr
me
me
nage
naʒ
nazh
feuillagecomméragepatronagesoufflage

Ορισμός και σημασία του "surmenage"στα γαλλικά

01

εξάντληση από υπερβολική εργασία, υπερφόρτωση εργασίας

état de fatigue causé par un excès de travail 
le surmenage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il souffre de surmenage à cause de ses longues heures de travail. 

Υποφέρει από υπερκόπωση λόγω των μακρών ωρών εργασίας του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store