Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le support
01
υποστήριξη, βοήθεια
aide ou assistance apportée à une personne, un groupe ou une activité, sur le plan matériel, technique ou moral
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
supports
Παραδείγματα
Il apporte son support à l'équipe.
Φέρνει την υποστήριξή του στην ομάδα.
02
υποστήριξη, στήριγμα
élément qui sert à soutenir, maintenir ou porter un objet, une structure ou un dispositif
Παραδείγματα
Le support maintient l'étagère au mur.
Το στήριγμα κρατά το ράφι στον τοίχο.
03
φορέας, μέσο
objet ou moyen matériel servant à porter, contenir, présenter ou transmettre quelque chose
Παραδείγματα
Le papier est un support d'écriture.
Το χαρτί είναι ένα υποστηρικτικό μέσο γραφής.



























