Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La succursale
[gender: feminine]
01
υποκατάστημα, παράρτημα
établissement d'une société situé ailleurs que le siège principal et rattaché à celui-ci
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
succursales
Παραδείγματα
La succursale sera fermée pendant les vacances.
Το υποκατάστημα θα είναι κλειστό κατά τις διακοπές.



























