Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La succursale
01
υποκατάστημα, παράρτημα
établissement d'une société situé ailleurs que le siège principal et rattaché à celui-ci
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
succursales
Παραδείγματα
La banque a ouvert une nouvelle succursale en ville.
Η τράπεζα άνοιξε ένα νέο υποκατάστημα στην πόλη.



























