la subvention
subvention
sybvɑ̃sjɔ̃
sybvaasyaw
subversion

Ορισμός και σημασία του "subvention"στα γαλλικά

01

επιδότηση, οικονομική βοήθεια

aide financière accordée par un gouvernement ou une organisation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
subventions
Παραδείγματα
L'entreprise a reçu une subvention pour développer ses activités. 

Η εταιρεία έλαβε επιδότηση για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

subvention
subvent
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store