la subvention
Pronunciation
/sybvɑ̃sjɔ̃/

Ορισμός και σημασία του "subvention"στα γαλλικά

01

επιδότηση, οικονομική βοήθεια

aide financière accordée par un gouvernement ou une organisation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
subventions
Παραδείγματα
La subvention a permis de financer le projet de recherche.
Η επιδότηση επέτρεψε τη χρηματοδότηση του ερευνητικού έργου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store