Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le styliste
[gender: masculine]
01
στυλίστας, σχεδιαστής μόδας
personne qui crée ou conçoit des vêtements, accessoires, coiffures ou looks
Παραδείγματα
Un bon styliste sait adapter les tendances au style personnel de chacun.
Ένας καλός στυλίστας ξέρει να προσαρμόζει τις τάσεις στο προσωπικό στυλ του καθενός.
02
στυλίστας, συγγραφέας με ιδιαίτερο στυλ
écrivain ou auteur reconnu pour son style particulier
Παραδείγματα
Le styliste choisit chaque mot avec soin pour créer un rythme particulier.
Ο στιλίστας επιλέγει κάθε λέξη με προσοχή για να δημιουργήσει έναν συγκεκριμένο ρυθμό.



























