le stuc
stuc

Ορισμός και σημασία του "stuc"στα γαλλικά

01

στόκος, διακοσμητικό σοβάτισμα

mélange de plâtre, de chaux et parfois de ciment, utilisé pour enduire, décorer ou sculpter les murs et les plafonds 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le plafond est décoré de stuc finement sculpté. 

Η οροφή είναι διακοσμημένη με λεπτοσκαλισμένο στόκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store