le stress
stress
stʁɛs
stres
strass

Ορισμός και σημασία του "stress"στα γαλλικά

01

στρες, ένταση

tension, anxiété ou pression ressentie face à des situations difficiles, exigeantes ou menaçantes 
le stress definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
stress
Παραδείγματα
Le stress au travail peut provoquer des troubles de sommeil. 

Το στρες στην εργασία μπορεί να προκαλέσει διαταραχές ύπνου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store