Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le stress
01
στρες, ένταση
tension, anxiété ou pression ressentie face à des situations difficiles, exigeantes ou menaçantes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
stress
Παραδείγματα
Le stress au travail peut provoquer des troubles de sommeil.
Το στρες στην εργασία μπορεί να προκαλέσει διαταραχές ύπνου.



























