Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le store
01
στόρι, ρολό
dispositif en tissu, en plastique ou en lames, fixé à une fenêtre ou à une façade, servant à protéger du soleil, de la lumière ou des regards
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
stores
Παραδείγματα
Les stores extérieurs sont très efficaces en été.
Οι εξωτερικές περσίδες είναι πολύ αποτελεσματικές το καλοκαίρι.
02
μαρκίζα, ρολό
dispositif installé devant ou derrière une fenêtre, souvent en toile ou en lames, servant à protéger du soleil, de la chaleur ou des regards
Παραδείγματα
Le store empêche la chaleur d' entrer en été.
Το παντζούρι εμποδίζει τη θερμότητα να εισέλθει το καλοκαίρι.



























