stocker
Pronunciation
/stɔke/

Ορισμός και σημασία του "stocker"στα γαλλικά

stocker
01

αποθηκεύω, αποθηκεύω δεδομένα

enregistrer des données sur un support informatique
stocker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
stocke
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
stockons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
stockerai
ενεστώτα μετοχή
stockant
παθητική μετοχή
stocké
α΄ πληθυντικό παρατατικού
stockions
Παραδείγματα
Évitez de stocker des fichiers sensibles sur ce disque partagé.
Αποφύγετε την αποθήκευση ευαίσθητων αρχείων σε αυτόν τον κοινόχρηστο δίσκο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store