Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stocker
01
αποθηκεύω, αποθηκεύω δεδομένα
enregistrer des données sur un support informatique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
stocke
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
stockons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
stockerai
ενεστώτα μετοχή
stockant
παθητική μετοχή
stocké
α΄ πληθυντικό παρατατικού
stockions
Παραδείγματα
Évitez de stocker des fichiers sensibles sur ce disque partagé.
Αποφύγετε την αποθήκευση ευαίσθητων αρχείων σε αυτόν τον κοινόχρηστο δίσκο.



























