Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La statistique
01
στατιστική, στατιστική επιστήμη
science qui collecte, organise et analyse des données numériques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La statistique permet de comprendre les tendances de la population.
Η στατιστική επιτρέπει την κατανόηση των τάσεων του πληθυσμού.
statistique
01
στατιστικός, στατιστική
qui se rapporte aux statistiques ou aux données numériques
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
statistique
αρσενικό πληθυντικό
statistiques
θηλυκό ενικό
statistique
θηλυκό πληθυντικό
statistiques
Παραδείγματα
Les données statistiques sont analysées chaque mois.
Τα στατιστικά δεδομένα αναλύονται κάθε μήνα.



























