Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La statistique
[gender: feminine]
01
στατιστική, στατιστική επιστήμη
science qui collecte, organise et analyse des données numériques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle utilise la statistique pour analyser les comportements des consommateurs.
Χρησιμοποιεί τη στατιστική για να αναλύει τις συμπεριφορές των καταναλωτών.
statistique
01
στατιστικός, στατιστική
qui se rapporte aux statistiques ou aux données numériques
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
statistique
αρσενικό πληθυντικό
statistiques
θηλυκό ενικό
statistique
θηλυκό πληθυντικό
statistiques
Παραδείγματα
Les comparaisons statistiques permettent de mieux comprendre les tendances.
Οι στατιστικές συγκρίσεις επιτρέπουν την καλύτερη κατανόηση των τάσεων.



























