Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stationner
01
παρκάρω, σταθμεύω
arrêter un véhicule et le laisser immobile pendant un certain temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
stationne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
stationnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
stationnerai
ενεστώτα μετοχή
stationnant
παθητική μετοχή
stationné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
stationnions
Παραδείγματα
Il est interdit de stationner devant l'entrée du garage.
Απαγορεύεται να παρκάρεις μπροστά από την είσοδο του γκαράζ.
02
παρκάρω, σταματώ
s'arrêter temporairement avec un véhicule sans forcément se garer complètement
Παραδείγματα
Le bus a stationné quelques minutes pour laisser descendre les passagers.
Το λεωφορείο σταθμεύτηκε για λίγα λεπτά για να αφήσει τους επιβάτες να κατέβουν.



























