la station-service
stat
stas
στασ
ion
jɔ̃
γο
ser
sɛʁ
σερ
vice
vɪs
βισ

Ορισμός και σημασία του "station-service"στα γαλλικά

La station-service
01

βενζινάδικο, σταθμός εξυπηρέτησης

lieu l'on peut faire le plein de carburant pour un véhicule 
la station-service definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
stations-services
Παραδείγματα
Nous nous sommes arrêtés à une station-service pour faire le plein. 

Σταματήσαμε σε ένα βενζινάδικο για να γεμίσουμε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store