Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spécial
01
ειδικός, ξεχωριστός
qui est différent des autres par ses caractéristiques ou son importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus spécial
συγκριτικός βαθμός
plus spécial
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
spécial
αρσενικό πληθυντικό
spéciaux
θηλυκό ενικό
spéciale
θηλυκό πληθυντικό
spéciales
Παραδείγματα
Le cadeau était spécial pour elle.
Το δώρο ήταν ιδιαίτερο για εκείνη.
02
παράξενος, περίεργος
qui sort de l'ordinaire, étrange ou bizarre
Παραδείγματα
Ce comportement est vraiment spécial.
Αυτή η συμπεριφορά είναι πραγματικά ειδική.
03
εξαιρετικός, ξεχωριστός
qui est exceptionnel, remarquable ou unique
Παραδείγματα
C'est un élève spécial par son talent.
Είναι ένας ειδικός μαθητής λόγω του ταλέντου του.



























