Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spécial
01
ειδικός, ξεχωριστός
qui est différent des autres par ses caractéristiques ou son importance
Παραδείγματα
Elle porte une robe spéciale pour la fête.
Φοράει ένα ειδικό φόρεμα για το πάρτι.
02
παράξενος, περίεργος
qui sort de l'ordinaire, étrange ou bizarre
Παραδείγματα
Le film était vraiment spécial à regarder.
Η ταινία ήταν πραγματικά ειδική για παρακολούθηση.
03
εξαιρετικός, ξεχωριστός
qui est exceptionnel, remarquable ou unique
Παραδείγματα
Cette performance est très spéciale.
Αυτή η παράσταση είναι πολύ ιδιαίτερη.



























