Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
spirituel
01
πνευματικός, διανοητικός
qui concerne l'esprit, la pensée ou la réflexion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
spirituel
αρσενικό πληθυντικό
spirituels
θηλυκό ενικό
spirituelle
θηλυκό πληθυντικό
spirituelles
Παραδείγματα
La lecture est bénéfique pour la santé spirituelle.
Η ανάγνωση είναι ωφέλιμη για την πνευματική υγεία.
02
ευφυής, ειρωνικός
qui fait preuve d'esprit, d'humour fin ou d'ironie
Παραδείγματα
Ce commentaire était spirituel mais ironique.
Αυτό το σχόλιο ήταν πνευματώδες αλλά ειρωνικό.



























