le souverain
souverain
suvʁɛ̃
soovre

Ορισμός και σημασία του "souverain"στα γαλλικά

01

κυρίαρχος, μονάρχης

personne qui détient le pouvoir suprême d'un État , comme un roi ou une reine 
le souverain definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
souverains
αρσενικό ενικό
souverain
θηλυκό ενικό
souveraine
neutral form
dirigeant
Παραδείγματα
Le souverain a proclamé une nouvelle loi. 

Ο κυρίαρχος ανακήρυξε έναν νέο νόμο.

01

ανώτατος, υπέρτατος

qui est au-dessus des autres par son importance, sa puissance ou sa valeur 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus souverain
συγκριτικός βαθμός
plus souverain
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
souverain
αρσενικό πληθυντικό
souverains
θηλυκό ενικό
souveraine
θηλυκό πληθυντικό
souveraines
θεματικό πεδίο
pouvoir, importance, valeur
Παραδείγματα
La justice est un principe souverain dans toute démocratie. 

Η δικαιοσύνη είναι μια ανώτατη αρχή σε κάθε δημοκρατία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store