Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le sous-sol
01
υπόγειο, ιώριο
espace ou étage d'une construction situé entièrement ou partiellement sous le niveau du sol
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sous-sols
Παραδείγματα
Le sous-sol de l' immeuble est réservé aux parkings.
Το υπόγειο του κτιρίου είναι διατηρημένο για πάρκινγκ.



























