Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sous-exposé
01
υποεκτεθειμένος, ελλιπώς εκτεθειμένος
photo ou image qui n'a pas reçu assez de lumière, donc trop sombre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus sous-exposé
συγκριτικός βαθμός
plus sous-exposé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sous-exposé
αρσενικό πληθυντικό
sous-exposés
θηλυκό ενικό
sous-exposée
θηλυκό πληθυντικό
sous-exposées
Παραδείγματα
La photo est sous-exposée, on ne voit pas les détails.
Η φωτογραφία είναι υποεκτεθειμένη, οι λεπτομέρειες δεν είναι ορατές.



























