la souffrance
souffrance
sufʁɑ̃s
soofraas

Ορισμός και σημασία του "souffrance"στα γαλλικά

01

ταλαιπωρία, πάθηση

état de douleur physique ou morale, de malaise ou de détresse 
la souffrance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La souffrance physique peut être causée par une maladie ou une blessure. 

Η σωματική ταλαιπωρία μπορεί να προκληθεί από ασθένεια ή τραυματισμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store