Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La soudure
01
συγκόλληση, συγκολλημένη σύνδεση
procédé consistant à assembler deux ou plusieurs pièces métalliques en les chauffant ou en utilisant un métal d'apport
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
soudures
Παραδείγματα
Le soudeur réalise une soudure sur la structure métallique.
Ο συγκολλητής πραγματοποιεί μια συγκόλληση στη μεταλλική κατασκευή.
02
συγκόλληση, συγκολλημένη άρθρωση
joint ou marque laissée après l'assemblage par fusion des métaux
Παραδείγματα
La soudure est nette et régulière sur cette pièce.
Η συγκόλληση είναι καθαρή και ομοιόμορφη σε αυτό το εξάρτημα.



























