la soudure
soudure
sudzʏr
σουντζüρ

Ορισμός και σημασία του "soudure"στα γαλλικά

01

συγκόλληση, συγκολλημένη σύνδεση

procédé consistant à assembler deux ou plusieurs pièces métalliques en les chauffant ou en utilisant un métal d'apport 
la soudure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
soudures
Παραδείγματα
Le soudeur réalise une soudure sur la structure métallique. 

Ο συγκολλητής πραγματοποιεί μια συγκόλληση στη μεταλλική κατασκευή.

02

συγκόλληση, συγκολλημένη άρθρωση

joint ou marque laissée après l'assemblage par fusion des métaux 
Παραδείγματα
La soudure est nette et régulière sur cette pièce. 

Η συγκόλληση είναι καθαρή και ομοιόμορφη σε αυτό το εξάρτημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store